Φυγή

Δεν ήταν άλλη η αγάπη μας
έφευγε ξαναγύριζε και μας έφερνε
ένα χαμηλωμένο βλέφαρο πολύ μακρινό
ένα χαμόγελο μαρμαρωμένο, χαμένο
μέσα στο πρωινό χορτάρι
ένα παράξενο κοχύλι που δοκίμαζε
να το εξηγήσει επίμονα η ψυχή μας.

H αγάπη μας δεν ήταν άλλη ψηλαφούσε
σιγά μέσα στα πράγματα που μας τριγύριζαν
να εξηγήσει γιατί δε θέλουμε να πεθάνουμε
με τόσο πάθος.

Κι αν κρατηθήκαμε από λαγόνια κι αν αγκαλιάσαμε
μ᾿ όλη τη δύναμή μας άλλους αυχένες
κι αν σμίξαμε την ανάσα μας με την ανάσα
εκείνου του ανθρώπου
κι αν κλείσαμε τα μάτια μας, δεν ήταν άλλη
μονάχα αυτός ο βαθύτερος καημός να κρατηθούμε
μέσα στη φυγή.

Γιώργος Σεφέρης

Ελευθερία έκφρασης

Τη πρώτη νύχτα πλησιάζουνε
και κλέβουν ένα λουλούδι
από τον κήπο μας
και δε λέμε τίποτα.
Τη δεύτερη νύχτα δε κρύβονται πλέον
περπατούνε στα λουλούδια,
σκοτώνουν το σκυλί μας
και δε λέμε τίποτα.
Ώσπου μια μέρα
-την πιο διάφανη απ’ όλες-
μπαίνουν άνετα στο σπίτι μας
ληστεύουν το φεγγάρι μας
γιατί ξέρουνε το φόβο μας
που πνίγει τη φωνή στο λαιμό μας.
Κι επειδή δεν είπαμε τίποτα
πλέον δε μπορούμε να πούμε τίποτα.
Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι

Ο Νίκος Καζαντζάκης για τον πατέρα του

 

«Ο πατέρας μου σπάνια μιλούσε, δε γελούσε, δε μάλωνε˙ κάποτε μονάχα έτριζε τα δόντια του ή έσφιγγε τη γροθιά του, κι αν τύχαινε να κρατάει κανένα πετραμύγδαλο, έστριβε τα δάκτυλά του και το ’κανε σκόνη.» (Αναφορά στον Γκρέκο)

« Ποτέ, εμείς που τόσο αγαπιούμαστε, δεν είχαμε σταυρώσει ένα τρυφερό λόγο˙ παίζαμε και τσαγκρουνιούμαστε σα θεριά.. Αυτός  φίνος, ειρωνικός, πολιτισμένος˙ εγώ βάρβαρος. Αυτός συγκρατημένος, εξαντλώντας άνετα όλα τα  φανερώματα της ψυχής του γύρα από το χαμόγελοֺ εγώ απότομος, ξεσπώντας σε ανάρμοστο απολίτιστο γέλιο. Έκαμα να καμουφλάρω κι εγώ μ’ ένα σκληρό λόγο την ταραχή μου, μα ντράπηκα. ‘Όχι , δεν ντράπηκα˙ δεν μπόρεσα. Έσφιξα το χέρι του˙ το κρατούσα και δεν το άφηνα. Με κοίταξε με απορία………» (Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά)

«Η πρώτη μου λαχτάρα στάθηκε η λευτεριά˙ η δεύτερη, που κρυφά μέσα μου ακόμα αποκρατάει και με βασανίζει, η δίψα της  αγιοσύνης. Ήρωας συνάμα κι άγιος, να το ανώτατο πρότυπο του ανθρώπου˙ από παιδί είχα στερεώσει από πάνω μου, στο γαλάζιο αγέρα, το πρότυπο ετούτο.» (Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά)

 

Μάταλα Street Painting 2018

“Έχεις τα πινέλα, έχεις τα χρώματα, ζωγράφισε τον παράδεισο και μπες μέσα.” – Νίκος Καζαντζάκης

Μάταλα Street Painting 2018, η πιο όμορφη γιορτή του καλοκαιριού στο νότο!Μικροί, μεγάλοι με πινέλα στα χέρια δίνουν χρώμα στα στενά των Ματάλων και αφήνουν το δικό τους καλλιτεχνικό αποτύπωμα. Η αλησμόνητη εποχή των χίπις επιστρέφει κι εμείς χορεύουμε στο ρυθμό της!

 

 

Για ν’ ακούς μόνο εμένα

Για ν’ ακούς μόνο εμένα τρυφερεύουν ώρες ώρες τα λόγια μου και γίνονται σαν τις πατημασιές των γλάρων στην άμμο του γιαλού. 
Καδενίτσα, έτσι, μικρή ξεκούρντιστη λατέρνα, στα σαν τρούφες τρυφερά σου χέρια. 
Κι έτσι τα λόγια μου τα βλέπω παρασάγγες πέρα. Μα απείρως πιο μακριά είν’ τα δικά σου. Κι αναρριχούνται σαν τον κισσό απάνω στον παλιό μου πόνο. 
Σκαρφαλώνουν εδώ, πάνω στους μουσκεμένους τοίχους. Και εσύ είσαι η αιτία – να ξέρεις – της σκληρής και μέχρις αιμάτων αναμέτρησης. 
Δραπετεύουν από τα κατασκότεινα, απ’ τα μέσα μου μπουντρούμια. Γιομίζει ο τόπος με σένα, πληρούνται τα σύμπαντα. 
Πριν έρθεις η ίδια, πυκνοκατοικούσαν εκείνα τη μοναξιά μου, κι είν’ πιο δικά μου αυτά, απ’ ότι εμένα εσύ, εδώ στην πίκρα μου. 
Κι αυτό που θέλω τώρα να σου λεν εκείνα είν’ εκείνο που θέλω να σου ειπώ εγώ για να τ’ ακούς κι εκείνα όπως θέλω ν’ ακούς μονάχα εμένα. 
Ο φόβος τ’ αρπάζει και τα σκορπά στους πέντε ανέμους. Κι έρχοντ’ έπειτα τυφώνες και λαίλαπες ονείρων και μου τα ξανασωριάζουν κάτω εδώ στο χώμα. Φωνές αλλότριες ξανοίγεις εσύ μες στη χιλιοβασανισμένη φωνή τη δική μου. Ολοφυρμούς από παμπάλαια στόματα, αίμα από αρχαία μαρτύρια. Να μ’ αγαπάς, συντρόφισσα. Να μη μ’ αφήνεις μόνο. Να ‘σαι μαζί μου. Να ‘σαι μαζί μου, συντρόφισσα, σε τούτο ‘δω το κύμα του τρόμου. 
Και να! που τα λόγια μου έρχεται τώρα και τα βάφει η αγάπη σου. Κι είναι δικά σου όλα, όλα δικά σου. 
Κι απ’ όλα εγώ θέλω να φτιάξω μια καδενίτσα δίχως τέλος για τ’ άσπρα σου χέρια, τα σαν τρούφες παντρύφερα. 


Πάμπλο Νερούδα

Μεταμορφώσεις

 

Μεταμορφώσεις
Εγώ που αλλάζω μορφή κι από στιγμή σε στιγμή θα χαθώ
από προσώπου της γης στην κόψη μιας αστραπής
μια μέρα θα εξαφανιστώ
από τη νύχτα μεθάω και στο σκοτάδι γελάω
βάζω μια μάσκα από φως και ξεχνώ
ο κόσμος λέει πολλά κι όταν με κρίνει σκληρά
η απάντησή μου είναι.
Υπάρχεις μόνο εσύ δυο φίλοι κι η μουσική
που την καρδιά μου ξέρουν
θα μείνω πάντα παιδί σαν το παλιό το κρασί
στα χρόνια ταξιδεύω…
Ανακατεύω μπογιές τραβάω ευθείες γραμμές με το νου
φιλοσοφίες ακούς από ανθρώπους κουτούς
που εμένα δε με πείθουν.
Υπάρχεις μόνο εσύ δυο φίλοι κι η μουσική
που την καρδιά μου ξέρουν
θα μείνω πάντα παιδί σαν το παλιό το κρασί
στα χρόνια ταξιδεύω.
Άκουσε με…
Σ’ ένα ακρογιάλι στάσου κι αν ένα αστέρι πέσει πιάσ’ το
αυτό που θέλεις πέσ’ το όλα μπορούν να συμβούν
κάθε λεπτό θα ζήσω σαν να `ταν πες το τελευταίο
ο χρόνος κάνει κύκλο και οι στιγμές που κυλούν
το μέλλον τώρα βλέπω και οι τρομπέτες ηχούν
με τα φτερά μου πετάω…
Εγώ που αλλάζω μορφή κι από στιγμή σε στιγμή θα χαθώ
από τη νύχτα μεθάω μες στο σκοτάδι γελάω
και στο φεγγάρι λέω:
Υπάρχεις μόνο εσύ δυο φίλοι κι η μουσική
που την καρδιά μου ξέρουν
θα μείνω πάντα παιδί σαν το παλιό το κρασί
στα χρόνια ταξιδεύω..
Κοίταξέ με…

Κεριά

Του μέλλοντος οι μέρες στέκοντ’ εμπρός μας
σαν μια σειρά κεράκια αναμμένα,
χρυσά, ζεστά και ζωηρά κεράκια.

Οι περασμένες μέρες πίσω μένουν,
μια θλιβερή γραμμή κεριών σβησμένων,
τα πιο κοντά βγάζουν καπνόν ακόμη,
κρύα κεριά, λιωμένα και κυρτά.

Δε θέλω να τα βλέπω, με λυπεί η μορφή των
και με λυπεί το πρώτο φως των να θυμούμαι.
Εμπρός κοιτάζω τ’ αναμμένα μου κεριά.

Δε θέλω να γυρίσω να μη διώ και φρίξω
τι γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει
τι γρήγορα που τα σβηστά κεριά πληθαίνουν.

Κωνσταντίνος Καβάφης

Ένα από τα αγαπημένα μου ποιήματα. Με λίγες λέξεις ο Καβάφης καταφέρνει να αποτυπώσει όλη  μας τη ζωή δίνοντας παράλληλα μια νότα αισιοδοξίας για το μέλλον.

 

Σώπα μη μιλάς…

Σώπα μη μιλάς…

Σώπα, μη μιλάς , είναι ντροπή
κόψ’ τη φωνή σου
σώπασε επιτέλους
κι αν ο λόγος είναι αργυρός
η σιωπή ειναι χρυσός.

Τα πρώτα λόγια που άκουσα από παιδί
έκλαιγα,γέλαγα,έπαιζα μου λέγανε:
“σώπα”.

Στο σχολείο μού κρύψαν την αλήθεια τη μισή,
μου λέγανε :”εσένα τι σε νοιάζει ; Σώπα!”

Με φιλούσε το πρώτο κορίτσι που ερωτεύτηκα και μου λέγανε:
“κοίτα μην πείς τίποτα, σσσσ….σώπα!”

Κόψε τη φωνή σου και μη μιλάς, σώπαινε.
Και αυτό βάσταξε μέχρι τα εικοσί μου χρόνια.

Ο λόγος του μεγάλου
η σιωπή του μικρού.

Έβλεπα αίματα στο πεζοδρόμιο,
“Τι σε νοιάζει εσένα;”, μου λέγανε,
“θα βρείς το μπελά σου, σώπα”.

Αργότερα φωνάζανε οι προϊστάμενοι
“Μη χώνεις τη μύτη σου παντού,
κάνε πως δεν καταλαβαίνεις ,σώπα”

Παντρεύτηκα , έκανα παιδιά ,
η γυναίκά μου ήταν τίμια κι εργατική και
ήξερε να σωπαίνει.
Είχε μάνα συνετή , που της έλεγε “Σώπα”.

Σε χρόνια δίσεκτα οι γονείς, οι γείτονες με συμβουλεύανε :
“Μην ανακατεύεσαι, κάνε πως δεν είδες τίποτα. Σώπα”
Μπορεί να μην είχαμε με δ’αύτους γνωριμίες ζηλευτές,
με τους γειτονες, μας ένωνε , όμως, το Σώπα.

Σώπα ο ενας,σώπα ο άλλος σώπα οι επάνω, σώπα η κάτω,
σώπα όλη η πολυκατοικία και όλο το τετράγωνο.
Σώπα οι δρόμοι οι κάθετοι και οι δρόμοι οι παράλληλοι.
Κατάπιαμε τη γλώσσά μας.
Στόμα έχουμε και μιλιά δεν έχουμε.
Φτιάξαμε το σύλλογο του “Σώπα”.
και μαζευτηκαμε πολλοι
μία πολιτεία ολόκληρη, μια δύναμη μεγάλη ,αλλά μουγκή!

Πετύχαμε πολλά,φτάσαμε ψηλά, μας δώσανε παράσημα,
τα πάντα κι όλα πολύ.
Ευκολα , μόνο με το Σώπα.
Μεγάλη τέχνη αυτό το “Σώπα”.

Μάθε το στη γυναίκα σου,στο παιδί σου,στην πεθερά σου
κι όταν νιώσεις ανάγκη να μιλήσεις ξερίζωσε τη γλώσσά σου
και κάν’την να σωπάσει.
Κόψ’την σύρριζα.
Πέτα την στα σκυλιά.
Το μόνο άχρηστο όργανο από τη στιγμή που δεν το μεταχειρίζεσαι σωστά.

Δεν θα έχεις έτσι εφιάλτες , τύψεις κι αμφιβολίες.
Δε θα ντρέπεσαι τα παιδιά σου και θα γλιτώσεις απο το βραχνά να μιλάς ,
χωρίς να μιλάς να λές “έχετε δίκιο,είμαι σαν κι εσάς”
Αχ! Πόσο θα ‘θελα να μιλήσω ο κερατάς.

και δεν θα μιλάς ,
θα γίνεις φαφλατάς ,
θα σαλιαρίζεις αντί να μιλάς .

Κόψε τη γλώσσά σου, κόψ’την αμέσως.
Δεν έχεις περιθώρια.
Γίνε μουγκός.
Αφού δε θα μιλήσεις , καλύτερα να το τολμησεις Κόψε τη γλώσσά σου.

Για να είμαι τουλάχιστον σωστός στα σχέδια και στα όνειρά μου
ανάμεσα σε λυγμούς και σε παροξυσμούς κρατώ τη γλώσσά μου,
γιατί νομίζω πως θα’ρθει η στιγμή που δεν θα αντέξω
και θα ξεσπάσω και δεν θα φοβηθώ και θα ελπίζω
και κάθε στιγμή το λαρύγγι μου θα γεμίζω με ένα φθόγγο ,
με έναν ψιθυρο , με ένα τραύλισμα , με μια κραυγή που θα μου λεει:
ΜΙΛΑ!

Αζίζ Νεσίν

Οι καλλιεργημένοι άνθρωποι…

«Οι καλλιεργημένοι άνθρωποι σέβονται την ανθρώπινη ατομικότητα και γι’ αυτό είναι πάντοτε συγκαταβατικοί, γελαστοί, ευγενικοί, υποχρεωτικοί.

Δεν χαλούν τον κόσμο για το σφυρί ή για τη γομολάστιχα που χάθηκαν. Δεν αγανακτούν για τους θορύβους ή το κρύο. Δέχονται με καλοσύνη τα χωρατά και την παρουσία ξένων ανθρώπων στο σπιτικό τους. Δεν συμπονούν μονάχα τους κατώτερους, τους αδύναμους και τις γάτες. Πονάει η ψυχή τους και για κείνο που δεν φαίνεται με γυμνό μάτι.

Είναι ντόμπροι και φοβούνται το ψέμα σαν τη φωτιά. Δεν λένε ψέματα ακόμα και για τιποτένια πράγματα. Το ψέμα προσβάλλει εκείνους που το ακούνε και ταπεινώνει στα μάτια τους εκείνους που το λένε. Δεν παίρνουν ποτέ πόζα, στο δρόμο είναι όπως και στο σπίτι τους, δεν ρίχνουν στάχτη στα μάτια του κατώτερου τους.

Δεν είναι φλύαροι και δεν αναγκάζουν τον άλλο να ακούει τις εκμυστηρεύσεις τους όταν δεν τους ρωτάει. Δεν ταπεινώνονται για να κεντήσουν τη συμπόνια του διπλανού. Δεν παίζουν με τις ευαίσθητες χορδές της ψυχής των άλλων για να κερδίζουν σαν αντάλλαγμα αναστεναγμούς και χάδια.

Δεν λένε «εμένα κανείς δεν με καταλαβαίνει», ούτε «πουλήθηκα για πέντε δεκάρες», γιατί αυτά δείχνουν πως αποζητάν τις φτηνές εντυπώσεις. Είναι πρόοστυχα τερτίπια, ξεθωριασμένα, ψεύτικα. Δεν είναι ματαιόδοξοι. Δεν τους απασχολούν τέτοια ψεύτικα διαμάντια όπως οι γνωριμίες με εξοχότητες.

Όταν κάνουν δουλειά που δεν αξίζει ένα καπίκι, δεν γυρίζουν με χαρτοφύλακα των εκατό ρουβλιών και δεν καμαρώνουν πως τάχα τους άφησαν να μπουν εκεί που δεν επιτρέπουν στους άλλους. Κι ο Κριλώφ ακόμα λέει πως το άδειο βαρέλι ακούγεται πιο πολύ από το γεμάτο.

Αν έχουν ταλέντο, το σέβονται. Θυσιάζουν γι’ αυτό την ησυχία τους, τις γυναίκες, το κρασί, την κοσμική ματαιότητα. Είναι περήφανοι για την αξία τους και έχουν συνείδηση της αποστολής τους. Αηδιάζουν από την ασχήμια και καλλιεργούν μέσα τους την ομορφιά.

Δεν μπορούν να κοιμηθούν με τα ρούχα, δεν μπορούν να βλέπουν στο τοίχο κοριούς, να πατούν σε φτυσιές. Δαμάζουν όσα μπορούν και εξευγενίζουν το ερωτικό ένστικτο. Δεν κατεβάζουν βότκα όπου βρεθούν. Πίνουν μονάχα όταν είναι ελεύθεροι και τους δίνεται ευκαιρία. Γιατί τους χρειάζεται «γερό μυαλό σε γερό κορμί».

Απόσπασμα από ένα γράμμα του Αντόν Τσέχωφ στον αδερφό του Νικολάι.

Όταν η αγάπη σε καλεί…

Όταν η αγάπη σε καλεί, ακολούθησέ την,
μόλο που τα μονοπάτια της είναι τραχιά και απότομα.
Κι όταν τα φτερά της σε αγκαλιάσουν, παραδόσου,
μόλο που το σπαθί που είναι κρυμμένο ανάμεσα στις φτερούγες της μπορεί να σε πληγώσει.
Κι όταν σου μιλήσει, πίστεψέ την,
μόλο που η φωνή της μπορεί να διασκορπίσει τα όνειρα σου σαν το βοριά, που ερημώνει τον κήπο.

Γιατί όπως η αγάπη σε στεφανώνει, έτσι και θα σε σταυρώσει.
Κι όπως είναι για το μεγάλωμα σου, είναι και για το κλάδεμά σου.
Κι όπως ανεβαίνει ως την κορυφή σου και χαϊδεύει τα πιο τρυφερά κλαδιά σου, που τρεμοσαλεύουν στον ήλιο,
έτσι κατεβαίνει και ως τις ρίζες σου και ταράζει την προσκόλληση τους στο χώμα.