Η λιποταξία της Χιονάτης

Έτσι

χωρίς ποτέ να μου διαβάσεις παραμύθια
όπως χωρίς σε μεγαλώσανε και σένα
σπαρτιάτικα – ενώ καλοπερνούν τα ψέματα
και ψέμα ότι τρέφονται με μέλανα ζωμό.
Τρέφονται με τις ανάγκες μας
ανώτερες κι από βασιλικό πολτό.

Σε νυχτωμένο δάσος σε άφησε ο ποιός
και συ δεν ρώτησες ποτέ κανένα παραμύθι
πως να διαφύγεις και από που.
Και μόνο φόβοι
δίνανε στους φόβους σου κουράγιο
εκεί αμετακίνητη να μένεις
στου ανέμου τα μουγκρίσματα
τη νύχτα όσο ξέσκιζε των δέντρων τα κλαδιά
τα ώτα και τα χρόνια.

Έτσι ακριβώς μεγάλωσες και μένα,
σπαρτιάτικα, με νυχτωμένου δάσους
τον μέλανα ζωμό
δε μ΄έστειλες ποτέ σε παραμύθι
να διαφύγω από που.

Κι εγώ όπως εσύ ποτέ δε διανοήθηκα
σπιτάκι φωτισμένο στο βάθος να διακρίνω

ποτέ δεν μπήκα στης Χιονάτης τη δανεική οδό
δε χώθηκα ποτέ σε ξένη σούπα να κοιμηθώ
ούτε ξεπαγιασμένη καταβρόχθισα
μικρόσωμο κρεβάτι με νάνους σκεπασμένο
για να κρατιέται ζεστουλό.

Μάνα, λες να είναι
κληρονομική η πραγματικότης;

Κική Δημουλά

Advertisements

Ας υποθέσουμε…

Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει
στο μαύρο αδιέξοδο, στην άβυσσο του νου.
Ας υποθέσουμε πως ήρθανε τα δάση
μ’ αυτοκρατορικήν εξάρτηση πρωινού
θριάμβου, με πουλιά, με το φως τ’ ουρανού,
και με τον ήλιο όπου θα τα διαπεράσει.
Ας υποθέσουμε πως είμαστε κει πέρα,
σε χώρες άγνωστες, της δύσης, του βορρά,
ενώ πετούμε το παλτό μας στον αέρα,
οι ξένοι βλέπουνε περίεργα, σοβαρά.
Για να μας δεχθεί κάποια λαίδη τρυφερά,
έδιωξε τους υπηρέτες της ολημέρα.
Ας υποθέσουμε πως του καπέλου ο γύρος
άξαφνα εφάρδυνε, μα εστένεψαν, κολλούν,
τα παντελόνια μας και, με του πτερνιστήρος
το πρόσταγμα, χιλιάδες άλογα κινούν.
Πηγαίνουμε — σημαίες στον άνεμο χτυπούν —
ήρωες σταυροφόροι, σωτήρες του Σωτήρος.
Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει
από εκατό δρόμους, στα όρια της σιγής,
κι ας τραγουδήσουμε, — το τραγούδι να μοιάσει
νικητήριο σάλπισμα, ξέσπασμα κραυγής —
τους πυρρούς δαίμονες, στα έγκατα της γης,
και, ψηλά, τους ανθρώπους να διασκεδάσει.
Κώστας Καρυωτάκης

Τι είναι Αγάπη;

Άμα πεινάς το ξέρεις. Φωνάζουνε τα σπλάχνα σου. Άμα κρυώνεις, το ίδιο. Άμα αγαπάς, πώς να το καταλάβεις; Γιατί: τι είναι η αγάπη; Κάποιος πήγε να πει κάτι και δεν είπε τίποτα. Είπε πως είναι κάτι σαν φωτιά. Μα είναι; Άλλος είπε πάλι, πως είναι δροσούλα, άλλος σαν δοξαριά. Τι είναι τέλος πάντων… Κι αν, πάλι, αγάπη είναι κάτι που το λένε «αγάπη», είναι αυτό η αγάπη;
Βάλε μια δύση κι ένα βαρκάκι να λιώνει μέσα. Ομορφιά! Μα αν δεν υπάρχει μάτι να το δει, είναι ομορφιά;
Ένα πουλάκι κελαηδά ολομόναχο σ’ ένα έρημο δάσος… Αν δεν τ’ ακούσει κανείς.. είναι κελάηδηγμα; Κι είναι μπορετό να κελαηδήσει γλυκά ένα ολομόναχο πουλάκι, αν δεν υπάρχει πίσω από κάποιο φύλλο το αυτάκι ενός άλλου πουλιού;
Πήγαν κι οι σοφοί να πούνε κάτι πάνω σ’ αυτό και τα κάνανε θάλασσα. Αυτοί, γι’ αγάπη.Τα μωρά ξέρουν περσσότερα.
Ένα λουλούδι είπε: «Αγάπη; Είμαι εγώ». Ένας βαρκάρης θ’ αφήσει τα κουπιά και θα σκουπίσει το κούτελο του. Δε θα ξέρει να πει τίποτα. Μπορεί αυτό να είναι αγάπη. Μα είναι; Ποιος να του το πει;
Όσο έχεις κάτι μέσα σου και δε χρειάζεται να το πεις, το έχεις και ησυχάζεις.
Σε καίει… Σε λιώνει… Εσύ το βλέπεις. Κι αντί να βάλεις τα κλάματα, το ρίχνεις στο τραγούδι. Είσαι μεθυσμένος και δεν έχεις πιει ούτε στάλα!
Αυτό το «πράμα» πρέπει να σκάβεις μέσα σου μια λακκούβα να το θάβεις, κι ό, τι βρέξει. Μην το λες πουθενά. Άστο να σε κάψει. Θα ξέρεις ότι χάνεσαι λίγο λίγο από μια αρρώστια που δεν ξέρεις τ’ όνομά της. Θα ξέρεις όμως ότι είναι μια αρρώστια, που σε κάνει όμορφο. Ομορφαίνεις και πεθαίνεις… Κι όταν θα νομίσεις ότι πέθανες… θα ‘χει τελειώσει η αρρώστια. Θα είσαι ζωντανός, μα θα είσαι και άσκημος. Θα ‘χεις φρικτά ασκημίσει. Αλήθεια… αυτό είναι η αγάπη; Όποιος αγαπά δεν μπορεί να το πει. Κι όποιος δεν αγαπά, δεν το ξέρει.

Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα, Μενέλαος Λουντέμης

Mπορώ να γίνω ευτυχισμένος

Mπορώ να γίνω ευτυχισμένος με τα πιο απλά πράγματα
και με τα πιο μικρά..
Και με τα καθημερινότερα των καθημερινών.
Μου φτάνει που οι εβδομάδες έχουν Κυριακές.
Μου φτάνει που τα χρόνια φυλάνε Χριστούγεννα για το τέλος τους.
Που οι χειμώνες έχουν πέτρινα, χιονισμένα σπίτια.
Που ξέρω ν` ανακαλύπτω τα κρυμμένα πετροράδικα στις κρυψώνες τους.
Μου φτάνει που μ` αγαπάνε τέσσερις άνθρωποι.
Πολύ…
Μου φτάνει που αγαπάω τέσσερις ανθρώπους.
Πολύ…
Που ξοδεύω τις ανάσες μου μόνο γι` αυτούς.
Που δεν φοβάμαι να θυμάμαι.
Που δε με νοιάζει να με θυμούνται.
Που μπορώ και κλαίω ακόμα.
Και που τραγουδάω… μερικές φορές…
Που υπάρχουν μουσικές που με συναρπάζουν.
Και ευωδιές που με γοητεύουν…

Οδυσσέας Ελύτης

Το κόκκινο γαρύφαλλο

Πάει κάμποσος καιρός από τότε που ένιωσα για πρώτη φορά το ζεστό αεράκι πάνω στα φύλλα μου. Άνοιξα διστακτικά τα μάτια μου και έγειρα προς τον ήλιο.Ο κόσμος γύρω φωτεινός και καταπράσινος. Στο πλάι μου, έστεκαν ντουζίνες κόκκινα γαρύφαλλα. Σχημάτιζαν σειρές ολόκληρες, παρατεταγμένες, σαν στρατός έτοιμος για μάχη. Δεν πρόλαβα να πω κουβέντα.

Ένας άγριος κύριος με έπιασε με δύναμη και με ξεκόλλησε από το έδαφος. Οι ρίζες μου έκαναν έναν εκκωφαντικό θόρυβο και η καρδιά μου ένα πνιγηρό κρακ. Πίστεψα πως δε θα ζήσω, όμως για καλή μου τύχη μια νεαρή κυρία μου έδωσε νερό και με τοποθέτησε σε ένα ασφαλές σημείο μαζί με άλλα γαρύφαλλα. Εκεί, αγκαλιάστηκα με τ΄ αδέρφια μου και πήρα δύναμη για το μεγάλο ταξίδι που ξεκινούσε.

Το επόμενο που θυμάμαι είναι να βρίσκομαι σε έναν τεράστιο πάγκο με πολλά διαφορετικά πολύχρωμα λουλούδια, ομορφότερα και πιο χαρούμενα από μένα. Ένα ένα έφευγαν από δίπλα μου, ώσπου έμεινα στο τέλος μοναχό και φοβισμένο. Πριν χάσω όλο το ροδοκόκκινο χρώμα μου από τη στενοχώρια, ένα απαλό χέρι με άγγιξε και με πήρε μαζί του, αφού πρώτα έδωσε κάτι σε χρώμα χρυσαφί στον ψηλό κύριο που όλη την ώρα γυρόφερνε τον πάγκο. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο ένιωθα πως πια δε θα έμοιαζαν όλα τόσο άγνωστα κι αλλόκοτα όπως μέχρι εκείνη τη στιγμή. Έκανα λάθος!

Αφού περάσαμε ένα σωρό γκρίζα σπίτια και ασφαλτωμένους δρόμους, αντίκρισα μια μεγάλη σιδερένια αυλόπορτα που από μέσα ξεπρόβαλλε ο παράδεισος. Ψηλά δέντρα στέκονταν υπερήφανα μπροστά μας και χάριζαν τον ίσκιο τους στα μαρμαρένια κρεβάτια όπου ξεκουραζόντουσαν πρόσωπα χαμογελαστά και γαλήνια.

Πήρα τη θέση μου απέναντί σου, όμορφο μελαχρινό κορίτσι. Σ’ αυτό το στρόγγυλο κρυσταλλένιο βάζο με το λίγο νερό που δροσίζει τις πατούσες μου. Κι έμεινα εδώ να ξεκουράζομαι μαζί σου. Να χαιρετώ όλους όσους έρχονται συχνά και σε συντροφεύουν, που σου λένε αστεία, που δακρύζουν μαζί σου. Πλάι σου, έζησα τις πιο όμορφες και έντονες περιπέτειες. Άκουσα τις πιο λαμπρές ιστορίες.

Μέχρι που η απρόσμενη βροχή πλημμύρισε το σπίτι μου, μαράζωσε το άνθος μου και σάπισε το κορμί μου.  Κάπου εδώ κλείνω τα μάτια μου κι αφήνω το τελευταίο μου άρωμα να με θυμάσαι.

Μια υπεράσπιση της ποίησης

Ο νους την ώρα που δημιουργεί, είναι σαν ένα κάρβουνο που πάει να σβήσει και που κάποια αόρατη επίδραση, σαν ασταμάτητος άνεμος, το ξαναξυπνά, χαρίζοντάς του μιαν ολιγόστιγμη λαμπρότητα. Αυτή η δύναμη γεννιέται από μέσα, σαν το χρώμα του λουλουδιού που ξεθωριάζει και αλλάζει καθώς αυτό μεγαλώνει, και το συνειδητό μέρος της φύσης μας δεν μπορεί να προφητεύσει ούτε πότε τούτο έρχεται, ούτε πότε θα φύγει.

Πέρσυ  Σέλλεϋ

Οι μοιραίοι

Mες την υπόγεια την ταβέρνα,

μες σε καπνούς και σε βρισιές

απάνω στρίγγλιζε η λατέρνα

όλ’ η παρέα πίναμ’ εψές·

εψές, σαν όλα τα βραδάκια,

να πάνε κάτου τα φαρμάκια.

 

Σφιγγόταν ένας πλάι στον άλλο

και κάπου εφτυούσε καταγής.

Ω! πόσο βάσανο μεγάλο

το βάσανο είναι της ζωής!

Όσο κι ο νους να τυραννιέται,

άσπρην ημέρα δε θυμιέται.

 

Ήλιε και θάλασσα γαλάζα

και βάθος τ’ άσωτ’ ουρανού!

Ω! της αβγής κροκάτη γάζα,

γαρούφαλα του δειλινού,

λάμπετε, σβήνετε μακριά μας,

χωρίς να μπείτε στην καρδιά μας!

 

Tου ενού ο πατέρας χρόνια δέκα

παράλυτος, ίδιο στοιχειό·

τ’ άλλου κοντόημερ’ η γυναίκα

στο σπίτι λυώνει από χτικιό·

στο Παλαμήδι ο γιος του Mάζη

κ’ η κόρη του Γιαβή στο Γκάζι.

 

― Φταίει το ζαβό το ριζικό μας!

― Φταίει ο Θεός που μας μισεί!

― Φταίει το κεφάλι το κακό μας!

― Φταίει πρώτ’ απ’ όλα το κρασί!

Ποιος φταίει; ποιος φταίει; Kανένα στόμα

δεν τό βρε και δεν τό πε ακόμα.

 

Έτσι στη σκοτεινή ταβέρνα

πίνουμε πάντα μας σκυφτοί.

Σαν τα σκουλήκια, κάθε φτέρνα

όπου μας έβρει μας πατεί.

Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα,

προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!

Κ. Βάρναλης

Πληθυντικός αριθμός

Ο έρωτας
όνομα ουσιαστικόν
πολύ ουσιαστικόν,
ενικού αριθμού,
γένους ούτε θηλυκού ούτε αρσενικού,
γένους ανυπεράσπιστου.
Πληθυντικός αριθμός
οι ανυπεράσπιστοι έρωτες.
Ο φόβος,
όνομα ουσιαστικόν,
στην αρχή ενικός αριθμός
και μετά πληθυντικός:
οι φόβοι.
Οι φόβοι
για όλα από δω και πέρα.
Η μνήμη,
κύριο όνομα των θλίψεων,
ενικού αριθμού,
μόνον ενικού αριθμού
και άκλιτη.
Η μνήμη, η μνήμη, η μνήμη.
Η νύχτα,
όνομα ουσιαστικόν, γένους θηλυκού,
ενικός αριθμός.
Πληθυντικός αριθμός
οι νύχτες.
Οι νύχτες από δω και πέρα.

Κική Δημουλά

Αγάπη

Κι ήμουν στο σκοτάδι. Κι ήμουν το σκοτάδι.
Και με είδε μια αχτίδα.
Δροσούλα το ιλαρό το πρόσωπό της
κι εγώ ήμουν το κατάξερο ασφοδίλι.
Πώς μ’ έσεισε το ξύπνημα μιας νιότης,
πώς εγελάσαν τα πικρά μου χείλη!
Σάμπως τα μάτια της να μου είπαν ότι
δεν είμαι πλέον ο ναυαγός κι ο μόνος,
κι ελύγισα σαν από τρυφερότη,
εγώ που μ’ είχε πέτρα κάνει ο πόνος.

Κώστας Καρυωτάκης

Το λαχείο

– Κύριε Απόστολε Καλαντζίδη, λαμβάνοντας υπόψη την παράγραφο α΄ του άρθρου 16 και μελετώντας την περίπτωση της πράξεώς σας την εικοστή πέμπτη Μαΐου του 2018 κατηγορείστε για κακοποίηση και βάναυση μεταχείριση ζώου, συγκεκριμένα θηλυκού γερμανικού ποιμενικού, ιδιοκτησίας του κύριου Νικήτα Ζερβάκη. Τι έχετε να δηλώσετε;

– Κύριε, δικαστά! Έγκλημα δεν γνωρίζω αν είναι η πράξη μου ή αν μόνο που βρίσκομαι εδώ είναι έγκλημα. Το μόνο που ξέρω είναι πως για όλα φταίει αυτό το χαρτάκι που σαν και δαύτο θα ήλπιζα άλλο να μην υπάρξει.
– Παραδέχεστε, λοιπόν, την πράξη σας; Χτυπήσατε δια ροπάλου το εν λόγω ζώο, προκαλώντας του έντονες κρανιοεγκαφαλικές κακώσεις και τύφλωση στο δεξί του μάτι;
– Εσύ δεν είσαι άνθρωπος! Δεν έχεις ψυχή! Να σου βγει το δικό σου μάτι, άκαρδε! ξεφώνιζαν στο ακροατήριο, ενώ βλοσυρά βλέμματα τον έπνιγαν σαν δαίμονες από τους οποίους δυσκολευόταν να ξεφύγει.
-Ησυχία, στο ακροατήριο! φώναξε ο δικαστής χτυπώντας τρεις φορές το σφυρί στο ξύλο. Κι ήταν αυτά τα χτυπήματα που τρυπούσαν το μυαλό του και άφηναν χώρο στις τύψεις να φωλιάσουν.
Ο Απόστολος ήταν μόνιμος δάσκαλος στο δημοτικό σχολείο. Στα πενήντα του έμενε μόνος στο δυαράκι που νοίκιαζε και έτρωγε όλο του το μισθό στα στοιχήματα και στα τσιγάρα. Έμενε στο νησί τα τελευταία είκοσι χρόνια. Ποτέ  δεν παντρεύτηκε, δεν είχε φίλους, δεν είχε συγγενείς κοντά.
Κατηφόριζε κάθε πρωί για το σχολείο, αντάλλαζε δυο τρεις κουβέντες με τους περαστικούς, σταματούσε στο ίδιο ψιλικατζίδικο να αγοράσει τσιγάρα και άναβε αμέσως ένα με τον αναπτήρα, που βρισκόταν πάντα στην αριστερή τσέπη του καφέ σακακιού . Λίγο πριν φτάσει στο σχολείο έβγαζε από την δεξιά τσέπη μια λιχουδιά και την πετούσε στο θηλυκό γερμανικό ποιμενικό που βρισκόταν αλυσοδεμένο στο βρώμικο γκαράζ. Το σκυλί καταβρόχθιζε όλο χαρά το γεύμα του και κουνούσε την ουρά στον καθημερινό επισκέπτη, ο οποίος  ανταπέδιδε συχνά με ένα διστακτικό χαμόγελο.
Στη δουλειά η διάθεσή του ήταν απρόβλεπτη. Άλλες φορές ο Απόστολος έστεκε σε μια γωνιά ήσυχος, με κατεβασμένο κεφάλι και κλειστά μάτια σαν πεθαμένος. Άλλες έκανε αστεία με τους συναδέλφους, οι οποίοι δεν έχαναν ευκαιρία να τον πειράζουν. Άλλες πάλι τον έβρισκαν μόνο στην ταράτσα να κάνει τσιγάρο. Μα πιο συχνά τον έβλεπες στα διαλείμματα μπροστά από έναν υπολογιστή να ελέγχει τα αποτελέσματα των αγώνων, να μονολογεί και να βρίζει την τύχη του. Έπαιρνε πάντα την πιο μικρή και πιο εύκολη τάξη, καθώς τα νεύρα του δεν επέτρεπαν έντονες συγκινήσεις και κάθε φορά που χτυπούσε το κουδούνι πεταγόταν σαν ελατήριο λες και πατούσαν ένα κουμπί στο σώμα του.
Ορισμένοι δάσκαλοι που δεν τον γνώριζαν τον κοιτούσαν παράξενα κ ίσως κάποιες φορές γελούσαν μαζί του. Μόνο μια αναπληρώτρια δασκάλα της Έκτης, η Στέλλα, τον έπαιρνε στα σοβαρά. Μάλιστα είχαν έναν δικό τους κώδικα επικοινωνίας που από κανέναν δε γινόταν κατανοητός.
– Ξέρεις Στέλλα, τι σημαίνει ΤσερβέναΣβέσντα; Ερυθρός Αστέρας Βελιγραδίου. Τσερβένα…
– Σβέσντα! Απάντησε η Στέλλα και από τότε κάθε φορά που συναντιόντουσαν έλεγαν το συνθηματικό  αφήνοντας απορημένα βλέμματα γύρω.
– Να ανέβει στο βήμα η μάρτυς Στέλλα Κοντάκη…Πείτε μας, τι γνωρίζετε για την υπόθεση;
– Αγαπητέ δικαστά, δεν είμαι σε θέση να κρίνω τη στάση κανενός. Θα πω μόνο όσα γνωρίζω και είδα εκείνη τη μέρα. Καθώς βάδιζα για το σχολείο είδα από μακριά τον Απόστολο. Το βήμα του ήταν ζωντανό και ανάλαφρο και πιο γρήγορο από άλλες φορές. Ξέρετε, μένουμε κοντά και συχνά τον συναντώ στο δρόμο για τη δουλειά. Επιτάχυνα λίγο το βήμα μου για να τον φτάσω και παρατήρησα ότι έβαλε το χέρι του στη δεξιά τσέπη και ύστερα πέταξε κάτι στο σκυλί που βρισκόταν μπροστά και χοροπηδούσε τρελαμένο. Ξαφνικά, τον είδα να σαστίζει, να ψαχουλεύει τις τσέπες και να προσπαθεί να πιάσει το στόμα του σκύλου. Εκείνο μάλλον τον δάγκωσε στο χέρι γιατί άκουσα ένα δυνατό βογγητό από τον Απόστολο και ύστερα ακολούθησαν τα χειρότερα. Εξαγριωμένος έπιασε ένα μακρύ ξύλο και άρχισε να χτυπά με μανία το σκύλο ο οποίος αλυσοδεμένος όπως ήταν δεν μπορούσε να ξεφύγει. Έτρεξα να τον σταματήσω αλλά φοβήθηκα να τον πλησιάσω περισσότερο.
– Φοβηθήκατε, ότι μπορούσε να χτυπήσει κι εσάς;
– Όχι! Δεν ξέρω…ψέλλισε η Στέλλα, συνειδητοποιώντας πως όσα είπε μόνο κακό θα μπορούσαν να προκαλέσουν στον Απόστολο.
– Κυρία Στέλλα Κοντάκη, είχατε παρατηρήσει ξανά κάποια βίαιη συμπεριφορά του κατηγορουμένου στο περιβάλλον που εργαζόσασταν;
Η Στέλλα ξεροκατάπιε και άρχισε να ιδρώνει. Τα μαύρα της μαλλιά είχαν κολλήσει στο μέτωπό, τα χέρια  σχημάτιζαν γροθιές που μαρτυρούσαν αμηχανία, τα μάτια άστραφταν.
-Ξέρετε, κάποιο πρωί είδα τον Απόστολο έξω από την τάξη. Είχε βγει να πάρει λίγο αέρα γιατί τα παιδιά ήταν πολύ ανήσυχα και τον είχαν αναστατώσει. Ήταν πολύ θυμωμένος. Το βλέμμα του ήταν επιθετικό και μπορώ να ομολογήσω πως για μια στιγμή τρόμαξα λίγο. Παραμιλούσε και χτυπούσε το χέρι στον τοίχο ξεστομίζοντας με αγανάκτηση φράσεις που δεν θα έπρεπε να ακούγονται σε σχολείο. Δεν πίστεψα ποτέ όμως πως θα χτυπούσε παιδί. Ο Απόστολος στο βάθος είναι καλόψυχος και πράος άνθρωπος.
Ένα βουητό ακούστηκε στο ακροατήριο. Η Στέλλα προχώρησε προς τη θέση της και κοίταξε με την άκρη του ματιού τον Απόστολο που τόση ώρα απέφευγε να κοιτάξει. Τον είδε καμπουριασμένο και χλωμό με το ίδιο καφέ σακάκι να την κοιτάει και να σχηματίζει με τα χείλη του μια γνωστή σ’ εκείνη λέξη.
-Τσερβένα…
– Σβέντα, αποκρίθηκε εκείνη.
Η ακρόαση συνεχίστηκε για πάνω από μια ώρα, ώσπου έφτασε η στιγμή για την απολογία του κατηγορουμένου. Ο Απόστολος, εξαντλημένος από τη διαδικασία, ανέβηκε στο βήμα πιο σκυφτός και γερασμένος από πριν. Είχε βγάλει το σακάκι και σκούπιζε το συνοφρυωμένο του  πρόσωπό με ένα λευκό μαντήλι που στριφογύριζε στα χέρια του καθ’ όλη τη διάρκεια της δίκης.
– Κύριε Δικαστά, όπως σας ανέφερα και προηγουμένως δεν φταίω εγώ αλλά αυτό το χαρτί, που μου άλλαξε τη ζωή. Πάντα ήμουν ήσυχος άνθρωπος και δεν θα το κρύψω με κάποιες ελαφρές συναισθηματικές διαταραχές. Το ντουλάπι μου είναι γεμάτο χάπια αλλά οι τσέπες μου άδειες. Χρωστώ εικοσιπέντε χιλιάδες ευρώ σε δάνεια που έλαβα για να αποπληρώσω τα χρέη μου από το τζόγο. Μα προσπαθώντας να ξεχρεώσω τα χρέη από τον τζόγο με τζόγο έχω πλέον κι άλλα χρέη. Δεν ξέρω αν με καταλαβαίνετε…Πολλές φορές νιώθω σαν να κουβαλώ στις πλάτες μου την κατάρα του Σίσυφου.
Ο Δικαστής ο οποίος τον άκουγε με προσοχή, ανασήκωσε τα χαρτιά που είχε μπροστά του, ξεφύσηξε ελαφρά και με αυστηρό ύφος απευθύνθηκε στον κατηγορούμενο.
– Κατηγορούμενε, πείτε μας τι συνέβη εκείνο το πρωινό.
– Με όλο το σεβασμό που διαθέτω για τη θέση σας, θα μου επιτρέψετε να  αφηγηθώ τι συνέβη πρώτα το προηγούμενο βράδυ. Όπως έλεγα, λοιπόν, η ζωή μου ήταν μάταιη και καταδικασμένη. Το μόνο που ίσως με έβγαζε από το αδιέξοδο που βρισκόμουν ήταν αυτό το χαρτάκι. Λίγα μόνο νούμερα θα μπορούσαν να με κάνουν τον πιο ευτυχισμένο άνθρωπο στον κόσμο. Ξαφνικά θα αποκτούσα δικό μου σπίτι, καινούργιο ακριβό αυτοκίνητο, ίσως ακόμη γυναίκα και παιδιά. Θα έφευγα από το άθλιο σχολείο με τα υστερικά παιδάκια, θα έριχνα μαύρη πέτρα στο νησί και θα επέστρεφα στον τόπο μου πετυχημένος κι ευτυχής.
Το ακροατήριο άκουγε με ανοιχτό το στόμα περιμένοντας την εξέλιξη, ο Δικαστής άρχισε να στριφογυρίζει στην καρέκλα  και η Στέλλα είχε κρυφτεί στις πίσω θέσεις του δικαστηρίου αφού κυνηγημένη από τις ενοχές δυσκολευόταν να παρακολουθήσει τη διαδικασία.
– Ήδη είχα σχεδιάσει την επόμενη μέρα που θα αποχαιρετούσα τους συναδέλφους και θα γλεντούσα τη νέα μου ζωή. Δεν κοιμήθηκα καθόλου, μάλιστα, αφού η πραγματικότητα πλέον ήταν πιο όμορφη από τα όνειρα. Αλλά φυσικά όταν ξημέρωσε όλα άλλαξαν και κατέληξα να βρίσκομαι εδώ μαζί σας περιτριγυρισμένος από δαίμονες που επιθυμούν να με κατασπαράξουν, από σκέψεις που μου τρυπάνε το νου , από εσένα Στέλλα, τρυφερή μου καταδίκη.
Η αίθουσα του δικαστηρίου είχε καλυφθεί από έναν αέρα υποτονικό και άρρωστο. Μόνο ο Απόστολος κέρδισε λίγο από την ενέργειά του και όλο θυμό άρχισε να αφηγείται τα γεγονότα του μοιραίου πρωινού.
– Ξεκίνησα όλο ενθουσιασμό για το σχολείο. Σταμάτησα να πάρω τσιγάρα και άναψα αμέσως ένα. Πλησίασα το σκυλί που βρισκόταν όπως πάντα αλυσοδεμένο στο γκαράζ. Έβγαλα ένα μικρό κομμάτι κρέας που μου είχε μείνει από το προηγούμενο βράδυ για του το δώσω. Το άρπαξε αμέσως και το καταβρόχθισε. Για μια στιγμή σάστισα γιατί θυμήθηκα ότι στην τσέπη μου είχα και το χαρτάκι. Άρχισα να το ψάξω σαν τρελός αλλά δεν το έβρισκα πουθενά και σε κανένα σημείο του σακακιού. Κοίταξα απελπισμένος προς το σκύλο και το αναζήτησα ανάμεσα στα κοφτερά του δόντια. Με δάγκωσε αμέσως και βλέποντας σταγόνες αίμα να πέφτουν στο έδαφος αντιλήφθηκα δεκάδες λευκά κομματάκια χαρτιού να ποτίζονται με κόκκινο χρώμα. Όνειρα μιας ολόκληρης ζωής να βουλιάζουν σε μια πορφυρή λίμνη αίματος όπου δεν υπάρχει γυρισμός απ’ το βυθό της. Τη συνέχεια τη γνωρίζετε…Θόλωσα, χάθηκα, τρελάθηκα και εγκλημάτησα απέναντι στο μοναδικό πλάσμα που μου έδειξε ποτέ ευγνωμοσύνη κι αγάπη.
– Μα πείτε μας κατηγορούμενε, τι είναι επιτέλους αυτό το χαρτάκι;
-Το λαχείο! Λάθη και όνειρα σ’ ένα χαρτάκι. Πόνος και βία για αυτό το χαρτάκι. Μηδέν, εννιά, εννιά, μηδέν, εννιά, εννιά, εννιά, οχτώ. Τέσσερα εκατομμύρια, οχτακόσιες χιλιάδες ευρώ. Χαμένα σ’ ένα βρώμικο γκαράζ.
– Αθώος! Αθώος! Ακούστηκε από το βάθος!
Μα όταν ήρθε η ώρα της ετυμηγορίας κανείς δε μίλησε.
-Κατηγορούμενε κρίνεστε ένοχος και καταδικάζεστε με ποινή φυλάκισης δώδεκα μήνες με αναστολή και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων ευρώ για κακοποίηση και βάναυση μεταχείριση ζώου.
Η συνεδρίαση έληξε. Κι εγώ πήρα το δρόμο για το σπίτι, δικαιωμένος για τη σκυλίτσα μου.