«Όταν ήμουν δάσκαλος»

Τα μαθήματα ήρχισαν με μίαν προσλαλιάν προς τους μαθητάς, εις την οποίαν είπα τα εξής περίπου:
«Δεν είμαι από τους δασκάλους τους οποίους εγνωρίσατε μέχρι τούδε. Θέλω να γίνω φίλος σας και όχι τύραννος, να σας φανώ ωφέλιμος και όχι να σας κάμω δειλούς και ταπεινούς· να με σέβεσθε και να με αγαπάτε και όχι να με τρέμετε. Μερικοί από σας άλλως τε κοντεύει να έχετε την ηλικίαν μου. Έως χθες ήμουν και εγώ μαθητής και δεν επιθυμώ να με μισήσετε, όπως εμίσησα εγώ μερικούς από τους δασκάλους μου. Δεν θ’ απαιτώ να μαθαίνετε μεγάλα πράγματα, τα οποία να μη σας αφήνουν καιρόν να παίζετε, ως απαιτεί η ηλικία σας. Αλλά τα ολίγα αυτά εννοώ να τα μαθαίνετε καλά. Φρονώ ότι με το γλυκύ θα κάμωμεν καλύτερα την εργασίαν μας, ενώ οι άλλοι δασκάλοι νομίζουν απαραίτητον το ξύλον και τας ύβρεις. Σας παρακαλώ, μη με αναγκάσετε να πιστεύσω ότι έχω άδικον και ότι έχουν δίκαιον οι άλλοι δασκάλοι».
Οι μαθηταί μου ήκουσαν τους λόγους μου με έκπληξιν, ήτις επί τέλους μετεβλήθη εις ακτινοβόλημα χαράς.
— Λοιπόν είσθε σύμφωνοι; τους ηρώτησα.
— Σύμφωνοι, απήντησαν.
Και ετήρησαν την υπόσχεσίν των, όπως ετήρησα και εγώ την ιδικήν μου.
[…]

Ιωάννης Κονδυλάκης

Advertisements

Το παραμύθι ενός ραγισμένου έρωτα

Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
ἦταν ἕνα γραμμόφωνο.
Ἕνα ὁλομόναχο γραμμόφωνο.
Μὰ μπορεῖ καὶ νὰ μὴν ἤτανε γραμμόφωνο
καὶ νά ῾ταν μόνο ἕνα τραγούδι,
ποὺ ζητοῦσε ἕνα γραμμόφωνο,
γιὰ νὰ πεῖ τὸ καημό του.

Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
ἦταν ἕνας Ερωτας.
Ἕνας ὁλομόναχος Ἔρωτας
ποὺ γύριζε μὲ μία πλάκα στὴ μασχάλη,
γιὰ νὰ βρεῖ ἕνα γραμμόφωνο
γιὰ νὰ πει τὸ καημό του.

«Ἔρωτα μὴ σὲ πλάνεψαν
ἄλλων ματιῶν μεθύσια
καὶ μέσ τὰ κυπαρίσια
περνᾷς μὲ μι ἄλλη νιά;
Ἔρωτ ἀδικοθάνατε,
Ἔρωτα χρυσομάλλη,
ἂν σ εἶδαν μὲ μιὰν ἄλλη,
ἦταν ἡ Λησμονιά».

Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
δὲν ἦταν ἕνας ἔρωτας,
δὲν ἦταν ἕνας πόνος.
Ἦταν μισὸς ἔρωτας -μισὸς πόνος-
καὶ μιὰ μισὴ πλάκα,
πού λεγε τὸ μισό της σκοπό:
«Ἔρωτα μὴ σὲ… Ἔρωτα μὴ σὲ…
ἔρωτα μισέ… ἔρωτα μισέ…»

Θέ μου!
Μὰ δὲ βρίσκεται ἕνα χέρι!
Ἕνα πονετικὸ χέρι,
γιὰ ν ἀνασηκώσει τὴ βελόνα
καὶ ν ἀκουστεῖ ξανά,
ὁλόκληρος ὁ Ἔρωτας,
ὁλόκληρο τὸ τραγούδι:

«Ἔρωτα μὴ σὲ σκότωσαν
τὰ μαγεμένα βέλη;
Ἔρωτα Μακιαβέλλι.
Τὰ μάτια ποὺ σὲ λάβωσαν,
μὲ δάκρυα πικραμένα,
καρφιά ταν πυρωμένα
καὶ μπήχτηκαν βαθιά».

Μενέλαος Λουντέμης

Χέρια σαν κι αυτά

Υπάρχουν χέρια που φυτεύουν ένα δέντρο
και άλλα χέρια που του βάζουνε φωτιά
υπάρχουν χέρια που σαν πέσεις σε σηκώνουνε ξανά
σίγουρα θα `χεις συναντήσει δύο χέρια σαν κι αυτά

Υπάρχουν χέρια που πατάνε την σκανδάλη
και άλλα χέρια που προσφέρουν γιατρειά
υπάρχουν χέρια που χτυπάνε χέρια αλύπητα σκληρά
ίσως μια μέρα συναντήσεις δύο χέρια σαν κι αυτά

Υπάρχουν χέρια που έχουν μάθει να σου δίνουν
και άλλα χέρια που ζητάνε μοναχά
υπάρχουν χέρια που τις νύχτες σε χαϊδεύουν στοργικά
σίγουρα θα `χεις συναντήσει δύο χέρια σαν κι αυτά

Υπάρχουν χέρια που απ’ το άδικο έχουν σφίξει
έχουνε σφίξει και έχουν γίνει μια γροθιά
και μ’ άλλα χέρια έχουν σμίξει για να σβήσουν τη φωτιά
ίσως τα χέρια τα δικά μας να `ναι χέρια σαν κι αυτά

Βλέπω κι απόψε εδώ μέσα κάτι χέρια
χειροκροτάνε και μας δίνουνε χαρά
θα `θελα λίγο να σηκώσουμε τα χέρια μας ψηλά
να τραγουδήσουμε παρέα με δυο χέρια σαν κι αυτά.

Ύπνος

Πάνω στο λόφο σού ‘στρωσα πευκοβελόνες
κι έριξα πάνω τους αχτίδες ήλιου κι από πάνω
σου ‘στρωσα ένα χαμόγελο να μην κόβεται το κορμί σου.
Κι είπα στο χρόνο να μη σε ξυπνήσει.
Ή, πιο καλά, να σε ξυπνήσει όσο μπορούσε αργότερα,
γιατί πολλές φορές τα πράγματα γίνονται μια φορά
κι ας είναι οι μέρες όλες ίδιες και ο ήλιος αιώνιος.
Νικηφόρος Βρεττάκος

Η λιποταξία της Χιονάτης

Έτσι

χωρίς ποτέ να μου διαβάσεις παραμύθια
όπως χωρίς σε μεγαλώσανε και σένα
σπαρτιάτικα – ενώ καλοπερνούν τα ψέματα
και ψέμα ότι τρέφονται με μέλανα ζωμό.
Τρέφονται με τις ανάγκες μας
ανώτερες κι από βασιλικό πολτό.

Σε νυχτωμένο δάσος σε άφησε ο ποιός
και συ δεν ρώτησες ποτέ κανένα παραμύθι
πως να διαφύγεις και από που.
Και μόνο φόβοι
δίνανε στους φόβους σου κουράγιο
εκεί αμετακίνητη να μένεις
στου ανέμου τα μουγκρίσματα
τη νύχτα όσο ξέσκιζε των δέντρων τα κλαδιά
τα ώτα και τα χρόνια.

Έτσι ακριβώς μεγάλωσες και μένα,
σπαρτιάτικα, με νυχτωμένου δάσους
τον μέλανα ζωμό
δε μ΄έστειλες ποτέ σε παραμύθι
να διαφύγω από που.

Κι εγώ όπως εσύ ποτέ δε διανοήθηκα
σπιτάκι φωτισμένο στο βάθος να διακρίνω

ποτέ δεν μπήκα στης Χιονάτης τη δανεική οδό
δε χώθηκα ποτέ σε ξένη σούπα να κοιμηθώ
ούτε ξεπαγιασμένη καταβρόχθισα
μικρόσωμο κρεβάτι με νάνους σκεπασμένο
για να κρατιέται ζεστουλό.

Μάνα, λες να είναι
κληρονομική η πραγματικότης;

Κική Δημουλά

Ας υποθέσουμε…

Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει
στο μαύρο αδιέξοδο, στην άβυσσο του νου.
Ας υποθέσουμε πως ήρθανε τα δάση
μ’ αυτοκρατορικήν εξάρτηση πρωινού
θριάμβου, με πουλιά, με το φως τ’ ουρανού,
και με τον ήλιο όπου θα τα διαπεράσει.
Ας υποθέσουμε πως είμαστε κει πέρα,
σε χώρες άγνωστες, της δύσης, του βορρά,
ενώ πετούμε το παλτό μας στον αέρα,
οι ξένοι βλέπουνε περίεργα, σοβαρά.
Για να μας δεχθεί κάποια λαίδη τρυφερά,
έδιωξε τους υπηρέτες της ολημέρα.
Ας υποθέσουμε πως του καπέλου ο γύρος
άξαφνα εφάρδυνε, μα εστένεψαν, κολλούν,
τα παντελόνια μας και, με του πτερνιστήρος
το πρόσταγμα, χιλιάδες άλογα κινούν.
Πηγαίνουμε — σημαίες στον άνεμο χτυπούν —
ήρωες σταυροφόροι, σωτήρες του Σωτήρος.
Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει
από εκατό δρόμους, στα όρια της σιγής,
κι ας τραγουδήσουμε, — το τραγούδι να μοιάσει
νικητήριο σάλπισμα, ξέσπασμα κραυγής —
τους πυρρούς δαίμονες, στα έγκατα της γης,
και, ψηλά, τους ανθρώπους να διασκεδάσει.
Κώστας Καρυωτάκης

Τι είναι Αγάπη;

Άμα πεινάς το ξέρεις. Φωνάζουνε τα σπλάχνα σου. Άμα κρυώνεις, το ίδιο. Άμα αγαπάς, πώς να το καταλάβεις; Γιατί: τι είναι η αγάπη; Κάποιος πήγε να πει κάτι και δεν είπε τίποτα. Είπε πως είναι κάτι σαν φωτιά. Μα είναι; Άλλος είπε πάλι, πως είναι δροσούλα, άλλος σαν δοξαριά. Τι είναι τέλος πάντων… Κι αν, πάλι, αγάπη είναι κάτι που το λένε «αγάπη», είναι αυτό η αγάπη;
Βάλε μια δύση κι ένα βαρκάκι να λιώνει μέσα. Ομορφιά! Μα αν δεν υπάρχει μάτι να το δει, είναι ομορφιά;
Ένα πουλάκι κελαηδά ολομόναχο σ’ ένα έρημο δάσος… Αν δεν τ’ ακούσει κανείς.. είναι κελάηδηγμα; Κι είναι μπορετό να κελαηδήσει γλυκά ένα ολομόναχο πουλάκι, αν δεν υπάρχει πίσω από κάποιο φύλλο το αυτάκι ενός άλλου πουλιού;
Πήγαν κι οι σοφοί να πούνε κάτι πάνω σ’ αυτό και τα κάνανε θάλασσα. Αυτοί, γι’ αγάπη.Τα μωρά ξέρουν περσσότερα.
Ένα λουλούδι είπε: «Αγάπη; Είμαι εγώ». Ένας βαρκάρης θ’ αφήσει τα κουπιά και θα σκουπίσει το κούτελο του. Δε θα ξέρει να πει τίποτα. Μπορεί αυτό να είναι αγάπη. Μα είναι; Ποιος να του το πει;
Όσο έχεις κάτι μέσα σου και δε χρειάζεται να το πεις, το έχεις και ησυχάζεις.
Σε καίει… Σε λιώνει… Εσύ το βλέπεις. Κι αντί να βάλεις τα κλάματα, το ρίχνεις στο τραγούδι. Είσαι μεθυσμένος και δεν έχεις πιει ούτε στάλα!
Αυτό το «πράμα» πρέπει να σκάβεις μέσα σου μια λακκούβα να το θάβεις, κι ό, τι βρέξει. Μην το λες πουθενά. Άστο να σε κάψει. Θα ξέρεις ότι χάνεσαι λίγο λίγο από μια αρρώστια που δεν ξέρεις τ’ όνομά της. Θα ξέρεις όμως ότι είναι μια αρρώστια, που σε κάνει όμορφο. Ομορφαίνεις και πεθαίνεις… Κι όταν θα νομίσεις ότι πέθανες… θα ‘χει τελειώσει η αρρώστια. Θα είσαι ζωντανός, μα θα είσαι και άσκημος. Θα ‘χεις φρικτά ασκημίσει. Αλήθεια… αυτό είναι η αγάπη; Όποιος αγαπά δεν μπορεί να το πει. Κι όποιος δεν αγαπά, δεν το ξέρει.

Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα, Μενέλαος Λουντέμης

Mπορώ να γίνω ευτυχισμένος

Mπορώ να γίνω ευτυχισμένος με τα πιο απλά πράγματα
και με τα πιο μικρά..
Και με τα καθημερινότερα των καθημερινών.
Μου φτάνει που οι εβδομάδες έχουν Κυριακές.
Μου φτάνει που τα χρόνια φυλάνε Χριστούγεννα για το τέλος τους.
Που οι χειμώνες έχουν πέτρινα, χιονισμένα σπίτια.
Που ξέρω ν` ανακαλύπτω τα κρυμμένα πετροράδικα στις κρυψώνες τους.
Μου φτάνει που μ` αγαπάνε τέσσερις άνθρωποι.
Πολύ…
Μου φτάνει που αγαπάω τέσσερις ανθρώπους.
Πολύ…
Που ξοδεύω τις ανάσες μου μόνο γι` αυτούς.
Που δεν φοβάμαι να θυμάμαι.
Που δε με νοιάζει να με θυμούνται.
Που μπορώ και κλαίω ακόμα.
Και που τραγουδάω… μερικές φορές…
Που υπάρχουν μουσικές που με συναρπάζουν.
Και ευωδιές που με γοητεύουν…

Οδυσσέας Ελύτης

Το κόκκινο γαρύφαλλο

Πάει κάμποσος καιρός από τότε που ένιωσα για πρώτη φορά το ζεστό αεράκι πάνω στα φύλλα μου. Άνοιξα διστακτικά τα μάτια μου και έγειρα προς τον ήλιο.Ο κόσμος γύρω φωτεινός και καταπράσινος. Στο πλάι μου, έστεκαν ντουζίνες κόκκινα γαρύφαλλα. Σχημάτιζαν σειρές ολόκληρες, παρατεταγμένες, σαν στρατός έτοιμος για μάχη. Δεν πρόλαβα να πω κουβέντα.

Ένας άγριος κύριος με έπιασε με δύναμη και με ξεκόλλησε από το έδαφος. Οι ρίζες μου έκαναν έναν εκκωφαντικό θόρυβο και η καρδιά μου ένα πνιγηρό κρακ. Πίστεψα πως δε θα ζήσω, όμως για καλή μου τύχη μια νεαρή κυρία μου έδωσε νερό και με τοποθέτησε σε ένα ασφαλές σημείο μαζί με άλλα γαρύφαλλα. Εκεί, αγκαλιάστηκα με τ΄ αδέρφια μου και πήρα δύναμη για το μεγάλο ταξίδι που ξεκινούσε.

Το επόμενο που θυμάμαι είναι να βρίσκομαι σε έναν τεράστιο πάγκο με πολλά διαφορετικά πολύχρωμα λουλούδια, ομορφότερα και πιο χαρούμενα από μένα. Ένα ένα έφευγαν από δίπλα μου, ώσπου έμεινα στο τέλος μοναχό και φοβισμένο. Πριν χάσω όλο το ροδοκόκκινο χρώμα μου από τη στενοχώρια, ένα απαλό χέρι με άγγιξε και με πήρε μαζί του, αφού πρώτα έδωσε κάτι σε χρώμα χρυσαφί στον ψηλό κύριο που όλη την ώρα γυρόφερνε τον πάγκο. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο ένιωθα πως πια δε θα έμοιαζαν όλα τόσο άγνωστα κι αλλόκοτα όπως μέχρι εκείνη τη στιγμή. Έκανα λάθος!

Αφού περάσαμε ένα σωρό γκρίζα σπίτια και ασφαλτωμένους δρόμους, αντίκρισα μια μεγάλη σιδερένια αυλόπορτα που από μέσα ξεπρόβαλλε ο παράδεισος. Ψηλά δέντρα στέκονταν υπερήφανα μπροστά μας και χάριζαν τον ίσκιο τους στα μαρμαρένια κρεβάτια όπου ξεκουραζόντουσαν πρόσωπα χαμογελαστά και γαλήνια.

Πήρα τη θέση μου απέναντί σου, όμορφο μελαχρινό κορίτσι. Σ’ αυτό το στρόγγυλο κρυσταλλένιο βάζο με το λίγο νερό που δροσίζει τις πατούσες μου. Κι έμεινα εδώ να ξεκουράζομαι μαζί σου. Να χαιρετώ όλους όσους έρχονται συχνά και σε συντροφεύουν, που σου λένε αστεία, που δακρύζουν μαζί σου. Πλάι σου, έζησα τις πιο όμορφες και έντονες περιπέτειες. Άκουσα τις πιο λαμπρές ιστορίες.

Μέχρι που η απρόσμενη βροχή πλημμύρισε το σπίτι μου, μαράζωσε το άνθος μου και σάπισε το κορμί μου.  Κάπου εδώ κλείνω τα μάτια μου κι αφήνω το τελευταίο μου άρωμα να με θυμάσαι.

Μια υπεράσπιση της ποίησης

Ο νους την ώρα που δημιουργεί, είναι σαν ένα κάρβουνο που πάει να σβήσει και που κάποια αόρατη επίδραση, σαν ασταμάτητος άνεμος, το ξαναξυπνά, χαρίζοντάς του μιαν ολιγόστιγμη λαμπρότητα. Αυτή η δύναμη γεννιέται από μέσα, σαν το χρώμα του λουλουδιού που ξεθωριάζει και αλλάζει καθώς αυτό μεγαλώνει, και το συνειδητό μέρος της φύσης μας δεν μπορεί να προφητεύσει ούτε πότε τούτο έρχεται, ούτε πότε θα φύγει.

Πέρσυ  Σέλλεϋ