Το λαχείο

– Κύριε Απόστολε Καλαντζίδη, λαμβάνοντας υπόψη την παράγραφο α΄ του άρθρου 16 και μελετώντας την περίπτωση της πράξεώς σας την εικοστή πέμπτη Μαΐου του 2018 κατηγορείστε για κακοποίηση και βάναυση μεταχείριση ζώου, συγκεκριμένα θηλυκού γερμανικού ποιμενικού, ιδιοκτησίας του κύριου Νικήτα Ζερβάκη. Τι έχετε να δηλώσετε;

– Κύριε, δικαστά! Έγκλημα δεν γνωρίζω αν είναι η πράξη μου ή αν μόνο που βρίσκομαι εδώ είναι έγκλημα. Το μόνο που ξέρω είναι πως για όλα φταίει αυτό το χαρτάκι που σαν και δαύτο θα ήλπιζα άλλο να μην υπάρξει.
– Παραδέχεστε, λοιπόν, την πράξη σας; Χτυπήσατε δια ροπάλου το εν λόγω ζώο, προκαλώντας του έντονες κρανιοεγκαφαλικές κακώσεις και τύφλωση στο δεξί του μάτι;
– Εσύ δεν είσαι άνθρωπος! Δεν έχεις ψυχή! Να σου βγει το δικό σου μάτι, άκαρδε! ξεφώνιζαν στο ακροατήριο, ενώ βλοσυρά βλέμματα τον έπνιγαν σαν δαίμονες από τους οποίους δυσκολευόταν να ξεφύγει.
-Ησυχία, στο ακροατήριο! φώναξε ο δικαστής χτυπώντας τρεις φορές το σφυρί στο ξύλο. Κι ήταν αυτά τα χτυπήματα που τρυπούσαν το μυαλό του και άφηναν χώρο στις τύψεις να φωλιάσουν.
Ο Απόστολος ήταν μόνιμος δάσκαλος στο δημοτικό σχολείο. Στα πενήντα του έμενε μόνος στο δυαράκι που νοίκιαζε και έτρωγε όλο του το μισθό στα στοιχήματα και στα τσιγάρα. Έμενε στο νησί τα τελευταία είκοσι χρόνια. Ποτέ  δεν παντρεύτηκε, δεν είχε φίλους, δεν είχε συγγενείς κοντά.
Κατηφόριζε κάθε πρωί για το σχολείο, αντάλλαζε δυο τρεις κουβέντες με τους περαστικούς, σταματούσε στο ίδιο ψιλικατζίδικο να αγοράσει τσιγάρα και άναβε αμέσως ένα με τον αναπτήρα, που βρισκόταν πάντα στην αριστερή τσέπη του καφέ σακακιού . Λίγο πριν φτάσει στο σχολείο έβγαζε από την δεξιά τσέπη μια λιχουδιά και την πετούσε στο θηλυκό γερμανικό ποιμενικό που βρισκόταν αλυσοδεμένο στο βρώμικο γκαράζ. Το σκυλί καταβρόχθιζε όλο χαρά το γεύμα του και κουνούσε την ουρά στον καθημερινό επισκέπτη, ο οποίος  ανταπέδιδε συχνά με ένα διστακτικό χαμόγελο.
Στη δουλειά η διάθεσή του ήταν απρόβλεπτη. Άλλες φορές ο Απόστολος έστεκε σε μια γωνιά ήσυχος, με κατεβασμένο κεφάλι και κλειστά μάτια σαν πεθαμένος. Άλλες έκανε αστεία με τους συναδέλφους, οι οποίοι δεν έχαναν ευκαιρία να τον πειράζουν. Άλλες πάλι τον έβρισκαν μόνο στην ταράτσα να κάνει τσιγάρο. Μα πιο συχνά τον έβλεπες στα διαλείμματα μπροστά από έναν υπολογιστή να ελέγχει τα αποτελέσματα των αγώνων, να μονολογεί και να βρίζει την τύχη του. Έπαιρνε πάντα την πιο μικρή και πιο εύκολη τάξη, καθώς τα νεύρα του δεν επέτρεπαν έντονες συγκινήσεις και κάθε φορά που χτυπούσε το κουδούνι πεταγόταν σαν ελατήριο λες και πατούσαν ένα κουμπί στο σώμα του.
Ορισμένοι δάσκαλοι που δεν τον γνώριζαν τον κοιτούσαν παράξενα κ ίσως κάποιες φορές γελούσαν μαζί του. Μόνο μια αναπληρώτρια δασκάλα της Έκτης, η Στέλλα, τον έπαιρνε στα σοβαρά. Μάλιστα είχαν έναν δικό τους κώδικα επικοινωνίας που από κανέναν δε γινόταν κατανοητός.
– Ξέρεις Στέλλα, τι σημαίνει ΤσερβέναΣβέσντα; Ερυθρός Αστέρας Βελιγραδίου. Τσερβένα…
– Σβέσντα! Απάντησε η Στέλλα και από τότε κάθε φορά που συναντιόντουσαν έλεγαν το συνθηματικό  αφήνοντας απορημένα βλέμματα γύρω.
– Να ανέβει στο βήμα η μάρτυς Στέλλα Κοντάκη…Πείτε μας, τι γνωρίζετε για την υπόθεση;
– Αγαπητέ δικαστά, δεν είμαι σε θέση να κρίνω τη στάση κανενός. Θα πω μόνο όσα γνωρίζω και είδα εκείνη τη μέρα. Καθώς βάδιζα για το σχολείο είδα από μακριά τον Απόστολο. Το βήμα του ήταν ζωντανό και ανάλαφρο και πιο γρήγορο από άλλες φορές. Ξέρετε, μένουμε κοντά και συχνά τον συναντώ στο δρόμο για τη δουλειά. Επιτάχυνα λίγο το βήμα μου για να τον φτάσω και παρατήρησα ότι έβαλε το χέρι του στη δεξιά τσέπη και ύστερα πέταξε κάτι στο σκυλί που βρισκόταν μπροστά και χοροπηδούσε τρελαμένο. Ξαφνικά, τον είδα να σαστίζει, να ψαχουλεύει τις τσέπες και να προσπαθεί να πιάσει το στόμα του σκύλου. Εκείνο μάλλον τον δάγκωσε στο χέρι γιατί άκουσα ένα δυνατό βογγητό από τον Απόστολο και ύστερα ακολούθησαν τα χειρότερα. Εξαγριωμένος έπιασε ένα μακρύ ξύλο και άρχισε να χτυπά με μανία το σκύλο ο οποίος αλυσοδεμένος όπως ήταν δεν μπορούσε να ξεφύγει. Έτρεξα να τον σταματήσω αλλά φοβήθηκα να τον πλησιάσω περισσότερο.
– Φοβηθήκατε, ότι μπορούσε να χτυπήσει κι εσάς;
– Όχι! Δεν ξέρω…ψέλλισε η Στέλλα, συνειδητοποιώντας πως όσα είπε μόνο κακό θα μπορούσαν να προκαλέσουν στον Απόστολο.
– Κυρία Στέλλα Κοντάκη, είχατε παρατηρήσει ξανά κάποια βίαιη συμπεριφορά του κατηγορουμένου στο περιβάλλον που εργαζόσασταν;
Η Στέλλα ξεροκατάπιε και άρχισε να ιδρώνει. Τα μαύρα της μαλλιά είχαν κολλήσει στο μέτωπό, τα χέρια  σχημάτιζαν γροθιές που μαρτυρούσαν αμηχανία, τα μάτια άστραφταν.
-Ξέρετε, κάποιο πρωί είδα τον Απόστολο έξω από την τάξη. Είχε βγει να πάρει λίγο αέρα γιατί τα παιδιά ήταν πολύ ανήσυχα και τον είχαν αναστατώσει. Ήταν πολύ θυμωμένος. Το βλέμμα του ήταν επιθετικό και μπορώ να ομολογήσω πως για μια στιγμή τρόμαξα λίγο. Παραμιλούσε και χτυπούσε το χέρι στον τοίχο ξεστομίζοντας με αγανάκτηση φράσεις που δεν θα έπρεπε να ακούγονται σε σχολείο. Δεν πίστεψα ποτέ όμως πως θα χτυπούσε παιδί. Ο Απόστολος στο βάθος είναι καλόψυχος και πράος άνθρωπος.
Ένα βουητό ακούστηκε στο ακροατήριο. Η Στέλλα προχώρησε προς τη θέση της και κοίταξε με την άκρη του ματιού τον Απόστολο που τόση ώρα απέφευγε να κοιτάξει. Τον είδε καμπουριασμένο και χλωμό με το ίδιο καφέ σακάκι να την κοιτάει και να σχηματίζει με τα χείλη του μια γνωστή σ’ εκείνη λέξη.
-Τσερβένα…
– Σβέντα, αποκρίθηκε εκείνη.
Η ακρόαση συνεχίστηκε για πάνω από μια ώρα, ώσπου έφτασε η στιγμή για την απολογία του κατηγορουμένου. Ο Απόστολος, εξαντλημένος από τη διαδικασία, ανέβηκε στο βήμα πιο σκυφτός και γερασμένος από πριν. Είχε βγάλει το σακάκι και σκούπιζε το συνοφρυωμένο του  πρόσωπό με ένα λευκό μαντήλι που στριφογύριζε στα χέρια του καθ’ όλη τη διάρκεια της δίκης.
– Κύριε Δικαστά, όπως σας ανέφερα και προηγουμένως δεν φταίω εγώ αλλά αυτό το χαρτί, που μου άλλαξε τη ζωή. Πάντα ήμουν ήσυχος άνθρωπος και δεν θα το κρύψω με κάποιες ελαφρές συναισθηματικές διαταραχές. Το ντουλάπι μου είναι γεμάτο χάπια αλλά οι τσέπες μου άδειες. Χρωστώ εικοσιπέντε χιλιάδες ευρώ σε δάνεια που έλαβα για να αποπληρώσω τα χρέη μου από το τζόγο. Μα προσπαθώντας να ξεχρεώσω τα χρέη από τον τζόγο με τζόγο έχω πλέον κι άλλα χρέη. Δεν ξέρω αν με καταλαβαίνετε…Πολλές φορές νιώθω σαν να κουβαλώ στις πλάτες μου την κατάρα του Σίσυφου.
Ο Δικαστής ο οποίος τον άκουγε με προσοχή, ανασήκωσε τα χαρτιά που είχε μπροστά του, ξεφύσηξε ελαφρά και με αυστηρό ύφος απευθύνθηκε στον κατηγορούμενο.
– Κατηγορούμενε, πείτε μας τι συνέβη εκείνο το πρωινό.
– Με όλο το σεβασμό που διαθέτω για τη θέση σας, θα μου επιτρέψετε να  αφηγηθώ τι συνέβη πρώτα το προηγούμενο βράδυ. Όπως έλεγα, λοιπόν, η ζωή μου ήταν μάταιη και καταδικασμένη. Το μόνο που ίσως με έβγαζε από το αδιέξοδο που βρισκόμουν ήταν αυτό το χαρτάκι. Λίγα μόνο νούμερα θα μπορούσαν να με κάνουν τον πιο ευτυχισμένο άνθρωπο στον κόσμο. Ξαφνικά θα αποκτούσα δικό μου σπίτι, καινούργιο ακριβό αυτοκίνητο, ίσως ακόμη γυναίκα και παιδιά. Θα έφευγα από το άθλιο σχολείο με τα υστερικά παιδάκια, θα έριχνα μαύρη πέτρα στο νησί και θα επέστρεφα στον τόπο μου πετυχημένος κι ευτυχής.
Το ακροατήριο άκουγε με ανοιχτό το στόμα περιμένοντας την εξέλιξη, ο Δικαστής άρχισε να στριφογυρίζει στην καρέκλα  και η Στέλλα είχε κρυφτεί στις πίσω θέσεις του δικαστηρίου αφού κυνηγημένη από τις ενοχές δυσκολευόταν να παρακολουθήσει τη διαδικασία.
– Ήδη είχα σχεδιάσει την επόμενη μέρα που θα αποχαιρετούσα τους συναδέλφους και θα γλεντούσα τη νέα μου ζωή. Δεν κοιμήθηκα καθόλου, μάλιστα, αφού η πραγματικότητα πλέον ήταν πιο όμορφη από τα όνειρα. Αλλά φυσικά όταν ξημέρωσε όλα άλλαξαν και κατέληξα να βρίσκομαι εδώ μαζί σας περιτριγυρισμένος από δαίμονες που επιθυμούν να με κατασπαράξουν, από σκέψεις που μου τρυπάνε το νου , από εσένα Στέλλα, τρυφερή μου καταδίκη.
Η αίθουσα του δικαστηρίου είχε καλυφθεί από έναν αέρα υποτονικό και άρρωστο. Μόνο ο Απόστολος κέρδισε λίγο από την ενέργειά του και όλο θυμό άρχισε να αφηγείται τα γεγονότα του μοιραίου πρωινού.
– Ξεκίνησα όλο ενθουσιασμό για το σχολείο. Σταμάτησα να πάρω τσιγάρα και άναψα αμέσως ένα. Πλησίασα το σκυλί που βρισκόταν όπως πάντα αλυσοδεμένο στο γκαράζ. Έβγαλα ένα μικρό κομμάτι κρέας που μου είχε μείνει από το προηγούμενο βράδυ για του το δώσω. Το άρπαξε αμέσως και το καταβρόχθισε. Για μια στιγμή σάστισα γιατί θυμήθηκα ότι στην τσέπη μου είχα και το χαρτάκι. Άρχισα να το ψάξω σαν τρελός αλλά δεν το έβρισκα πουθενά και σε κανένα σημείο του σακακιού. Κοίταξα απελπισμένος προς το σκύλο και το αναζήτησα ανάμεσα στα κοφτερά του δόντια. Με δάγκωσε αμέσως και βλέποντας σταγόνες αίμα να πέφτουν στο έδαφος αντιλήφθηκα δεκάδες λευκά κομματάκια χαρτιού να ποτίζονται με κόκκινο χρώμα. Όνειρα μιας ολόκληρης ζωής να βουλιάζουν σε μια πορφυρή λίμνη αίματος όπου δεν υπάρχει γυρισμός απ’ το βυθό της. Τη συνέχεια τη γνωρίζετε…Θόλωσα, χάθηκα, τρελάθηκα και εγκλημάτησα απέναντι στο μοναδικό πλάσμα που μου έδειξε ποτέ ευγνωμοσύνη κι αγάπη.
– Μα πείτε μας κατηγορούμενε, τι είναι επιτέλους αυτό το χαρτάκι;
-Το λαχείο! Λάθη και όνειρα σ’ ένα χαρτάκι. Πόνος και βία για αυτό το χαρτάκι. Μηδέν, εννιά, εννιά, μηδέν, εννιά, εννιά, εννιά, οχτώ. Τέσσερα εκατομμύρια, οχτακόσιες χιλιάδες ευρώ. Χαμένα σ’ ένα βρώμικο γκαράζ.
– Αθώος! Αθώος! Ακούστηκε από το βάθος!
Μα όταν ήρθε η ώρα της ετυμηγορίας κανείς δε μίλησε.
-Κατηγορούμενε κρίνεστε ένοχος και καταδικάζεστε με ποινή φυλάκισης δώδεκα μήνες με αναστολή και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων ευρώ για κακοποίηση και βάναυση μεταχείριση ζώου.
Η συνεδρίαση έληξε. Κι εγώ πήρα το δρόμο για το σπίτι, δικαιωμένος για τη σκυλίτσα μου.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s